ἀνοκωχή

ἀνοκωχή, ἀνακωχή
Grammatical information: f.
Meaning: `cessation', esp. `of arms' (Th.).
Derivatives: ἀνοκωχεύω, ἀνακ- `hold back, hinder' (Hdt.); beside ἀνακωχέω (Hp.).
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: Reduplicated form from ἀνέχω like δι-οκωχή from διέχω; s. ἔχω; cf. ἀκώκη. The form with ἀνα-, from anteconsonantal ἀνα- was introduced because the formation became unclear; cf. Chantraine Étrennes Benveniste 12f.
Page in Frisk: 1,112

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • ανοκωχή — ἀνοκωχή, η (Α) 1. παύση, ανάπαυλα, διάλειμμα 2. πρόσκαιρη παύση του πολέμου, ανακωχή 3. εμπόδιο, κώλυμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < αν(α) * + οκωχή (αντί οχή < έχω, με αναδιπλ.). Ο τ. ανοκωχή αντί ανοχή, με αναδιπλ. (πρβλ. όκωχα, άχρ. πρκ. του έχω). Ο τ.… …   Dictionary of Greek

  • ἀνοκωχῇ — ἀνοκωχή stay fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοκωχή — stay fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακωχαῖς — ἀνοκωχή stay fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακωχαί — ἀνοκωχή stay fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακωχή — ἀνοκωχή stay fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνακωχήν — ἀνοκωχή stay fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοκωχῆς — ἀνοκωχή stay fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνοκωχήν — ἀνοκωχή stay fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανακωχή — Συμφωνία στρατιωτικού χαρακτήρα με την οποία οι ανώτεροι στρατιωτικοί διοικητές των εμπόλεμων δυνάμεων αποφασίζουν την κατάπαυση των πολεμικών επιχειρήσεων, για ορισμένο χρονικό διάστημα ή επ’ αόριστον. Η κατάπαυση αυτή των επιχειρήσεων μπορεί να …   Dictionary of Greek

  • ανοκωχεύω — ἀνοκωχεύω (Α) [ανοκωχή] 1. (μτβ.) αναχαιτίζω, τραβώ πίσω, εμποδίζω, σταματώ 2. (ως ναυτ. όρος) ανακόπτω την πορεία του πλοίου, το σταματώ στα ανοιχτα 3. (αμτβ. για ανθρώπους) σταματώ για λίγο τον πόλεμο, ησυχάζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.